ριψοκινδυνεύω
•
- εκθέτω τον εαυτό μου ή άλλον σε κίνδυνο (πραγματικό ή πιθανό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ριψοκινδυνεύω < (ελληνιστική κοινή) / ῥιψοκινδυνῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ριψοκινδυνεύω | ριψοκινδυνεύεις | ριψοκινδυνεύει | ριψοκινδυνεύουμε | ριψοκινδυνεύετε | ριψοκινδυνεύουν / ριψοκινδυνεύουνε |
| Παρατατικός | ριψοκινδύνευα | ριψοκινδύνευες | ριψοκινδύνευε | ριψοκινδυνεύαμε | ριψοκινδυνεύατε | ριψοκινδυνεύαν / ριψοκινδυνεύανε / ριψοκινδύνευαν |
| Αόριστος | ριψοκινδύνευσα | ριψοκινδύνευσες | ριψοκινδύνευσε | ριψοκινδυνεύσαμε | ριψοκινδυνεύσατε | ριψοκινδυνεύσαν / ριψοκινδυνεύσανε / ριψοκινδύνευσαν |
| Μέλλοντας | θα ριψοκινδυνεύσω / θα ριψοκινδυνεύω | θα ριψοκινδυνεύεις / θα ριψοκινδυνεύσεις | θα ριψοκινδυνεύει / θα ριψοκινδυνεύσει | θα ριψοκινδυνεύουμε / θα ριψοκινδυνεύσουμε | θα ριψοκινδυνεύετε / θα ριψοκινδυνεύσετε | θα ριψοκινδυνεύουν / θα ριψοκινδυνεύουνε / θα ριψοκινδυνεύσουν / θα ριψοκινδυνεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ριψοκινδυνεύσει | έχεις ριψοκινδυνεύσει | έχει ριψοκινδυνεύσει | έχουμε ριψοκινδυνεύσει | έχετε ριψοκινδυνεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ριψοκινδυνεύσει | είχες ριψοκινδυνεύσει | είχε ριψοκινδυνεύσει | είχαμε ριψοκινδυνεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ριψοκινδυνεύσει / να ριψοκινδυνεύσω / να ριψοκινδυνεύω | να έχεις ριψοκινδυνεύσει / να ριψοκινδυνεύεις / να ριψοκινδυνεύσεις | να έχει ριψοκινδυνεύσει / να ριψοκινδυνεύει / να ριψοκινδυνεύσει | να έχουμε ριψοκινδυνεύσει / να ριψοκινδυνεύουμε / να ριψοκινδυνεύσουμε | να έχετε ριψοκινδυνεύσει / να ριψοκινδυνεύετε / να ριψοκινδυνεύσετε | να ριψοκινδυνεύουν / να ριψοκινδυνεύουνε / να ριψοκινδυνεύσουν / να ριψοκινδυνεύσουνε |
| Προστακτική | — | ριψοκινδύνευε / ριψοκινδύνευσε | — | — | ριψοκινδυνεύετε / ριψοκινδυνεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →