Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρυθμιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ρύθμιση, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρυθμιστικός < μεσαιωνική ελληνική ῥυθμιστικός < αρχαία ελληνική ῥυθμίζω < ῥυθμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρυθμιστικόςρυθμιστικήρυθμιστικό
Γενικήρυθμιστικούρυθμιστικήςρυθμιστικού
Αιτιατικήρυθμιστικόρυθμιστικήρυθμιστικό
Κλητικήρυθμιστικέρυθμιστικήρυθμιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρυθμιστικοίρυθμιστικέςρυθμιστικά
Γενικήρυθμιστικώνρυθμιστικώνρυθμιστικών
Αιτιατικήρυθμιστικούςρυθμιστικέςρυθμιστικά
Κλητικήρυθμιστικοίρυθμιστικέςρυθμιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →