Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρυτιδώνω

ρήμα
•
  1. δημιουργώ ρυτίδες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρυτιδώνω < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςρυτιδώνωρυτιδώνειςρυτιδώνειρυτιδώνουμερυτιδώνετερυτιδώνουν / ρυτιδώνουνε
Παρατατικόςρυτίδωναρυτίδωνεςρυτίδωνερυτιδώναμερυτιδώνατερυτίδωναν / ρυτιδώναν / ρυτιδώνανε
Αόριστοςρυτίδωσαρυτίδωσεςρυτίδωσερυτιδώσαμερυτιδώσατερυτίδωσαν / ρυτιδώσαν / ρυτιδώσανε
Μέλλονταςθα ρυτιδώνω / θα ρυτιδώσωθα ρυτιδώνεις / θα ρυτιδώσειςθα ρυτιδώνει / θα ρυτιδώσειθα ρυτιδώνουμε / θα ρυτιδώσουμεθα ρυτιδώνετε / θα ρυτιδώσετεθα ρυτιδώνουν / θα ρυτιδώνουνε / θα ρυτιδώσουν / θα ρυτιδώσουνε
Παρακείμενοςέχω ρυτιδώσειέχεις ρυτιδώσειέχει ρυτιδώσειέχουμε ρυτιδώσειέχετε ρυτιδώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ρυτιδώσειείχες ρυτιδώσειείχε ρυτιδώσειείχαμε ρυτιδώσει——
Υποτακτικήνα έχω ρυτιδώσει / να ρυτιδώνω / να ρυτιδώσωνα έχεις ρυτιδώσει / να ρυτιδώνεις / να ρυτιδώσειςνα έχει ρυτιδώσει / να ρυτιδώνει / να ρυτιδώσεινα έχουμε ρυτιδώσει / να ρυτιδώνουμε / να ρυτιδώσουμενα έχετε ρυτιδώσει / να ρυτιδώνετε / να ρυτιδώσετενα ρυτιδώνουν / να ρυτιδώνουνε / να ρυτιδώσουν / να ρυτιδώσουνε
Προστακτική—ρυτίδωνε / ρυτίδωσε——ρυτιδώνετε / ρυτιδώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →