ρυτιδιάζω
•
- παρουσιάζω ρυτίδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρυτιδιάζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρυτιδιάζω | ρυτιδιάζεις | ρυτιδιάζει | ρυτιδιάζουμε | ρυτιδιάζετε | ρυτιδιάζουν / ρυτιδιάζουνε |
| Παρατατικός | ρυτιδίαζα | ρυτιδίαζες | ρυτιδίαζε | ρυτιδιάζαμε | ρυτιδιάζατε | ρυτιδίαζαν / ρυτιδιάζαν / ρυτιδιάζανε |
| Αόριστος | ρυτιδίασα | ρυτιδίασες | ρυτιδίασε | ρυτιδιάσαμε | ρυτιδιάσατε | ρυτιδίασαν / ρυτιδιάσαν / ρυτιδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ρυτιδιάζω / θα ρυτιδιάσω | θα ρυτιδιάζεις / θα ρυτιδιάσεις | θα ρυτιδιάζει / θα ρυτιδιάσει | θα ρυτιδιάζουμε / θα ρυτιδιάσουμε | θα ρυτιδιάζετε / θα ρυτιδιάσετε | θα ρυτιδιάζουν / θα ρυτιδιάζουνε / θα ρυτιδιάσουν / θα ρυτιδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ρυτιδιάσει | έχεις ρυτιδιάσει | έχει ρυτιδιάσει | έχουμε ρυτιδιάσει | έχετε ρυτιδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρυτιδιάσει | είχες ρυτιδιάσει | είχε ρυτιδιάσει | είχαμε ρυτιδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρυτιδιάσει / να ρυτιδιάζω / να ρυτιδιάσω | να έχεις ρυτιδιάσει / να ρυτιδιάζεις / να ρυτιδιάσεις | να έχει ρυτιδιάσει / να ρυτιδιάζει / να ρυτιδιάσει | να έχουμε ρυτιδιάσει / να ρυτιδιάζουμε / να ρυτιδιάσουμε | να έχετε ρυτιδιάσει / να ρυτιδιάζετε / να ρυτιδιάσετε | να ρυτιδιάζουν / να ρυτιδιάζουνε / να ρυτιδιάσουν / να ρυτιδιάσουνε |
| Προστακτική | — | ρυτιδίαζε / ρυτιδίασε | — | — | ρυτιδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ρυτιδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →