ρόμπα
•
- ενδυμασίαπρόχειρο μακρύ ρούχο που κουμπώνει ή δένει μπροστά, συνήθως γυναικείο Βικιλεξικό
- μακρύ επίσημο ένδυμα, δηλωτικό ιδιότητας Βικιλεξικό
- Οι γιατροί και οι νοσοκόμες φορούν στο νοσοκομείο άσπρες ρόμπες.
- μακρύ επίσημο ένδυμα, δηλωτικό ιδιότητας Βικιλεξικό
- Εν τοιαύτη περιπτώσει, οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν τη δικαστική τήβεννο robe, ρόμπα! Θα μεταφράζαμε ποτέ στα ελληνικά «ο δικαστής έβαλε τη ρόμπα του», χωρίς να γίνουμε ρόμπες; (από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 27 Φεβρουαρίου 2010)
- μεταφορικάρεζίλι (δείτε τις ) Βικιλεξικό
- Εν τοιαύτη περιπτώσει, οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν τη δικαστική τήβεννο robe, ρόμπα! Θα μεταφράζαμε ποτέ στα ελληνικά «ο δικαστής έβαλε τη ρόμπα του», χωρίς να γίνουμε ρόμπες; (από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 27 Φεβρουαρίου 2010)
Ετυμολογία
ρόμπα < (άμεσο δάνειο) ιταλική roba (στη σημασία: ρουχισμός) < γαλλική robe < παλαιά γαλλική robe / robbe / reube (ένδυμα, ρούχο που γίνεται λεία ή λάφυρο για νικητές) < φραγκική *rouba (λάφυρο) < πρωτογερμανική *raubō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *Hrewp- (σκίζω) : Συγγενή: γερμανική Raub (ληστεία, λεία), ισπανική ropa (ρουχισμός), αγγλική rob (ληστεύω).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρόμπα | ρόμπες |
| Γενική | ρόμπας | — |
| Αιτιατική | ρόμπα | ρόμπες |
| Κλητική | ρόμπα | ρόμπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →