Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σάγμα

/ˈsaɣ.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ξύλινο συνήθως εξάρτημα που προσαρμόζεται στη ράχη γαϊδουριού ή μουλαριού ώστε να φορτωθεί πάνω σ' αυτό ένα φορτίο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σάγμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σάγμα (αρχαία σημασία: πανωφόρι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσάγμασάγματα
Γενικήσάγματοςσαγμάτων
Αιτιατικήσάγμασάγματα
Κλητικήσάγμασάγματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →