σαγματοπώλης
•
- επάγγελμαπωλητής σαμαριών, σαμαράς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαγματοπώλης < σάγματ(ος) + -ο- + -πώλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαγματοπώλης | σαγματοπώλες |
| Γενική | σαγματοπώλη | σαγματοπωλών |
| Αιτιατική | σαγματοπώλη | σαγματοπώλες |
| Κλητική | σαγματοπώλη | σαγματοπώλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →