σαγματοποιός
•
- επάγγελμασαμαράς, ο κατασκευαστής σαμαριών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαγματοποιός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σαγματοποιός < σάγμα σαγματ- + -ο- + -ποιός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαγματοποιός | σαγματοποιοί |
| Γενική | σαγματοποιού | σαγματοποιών |
| Αιτιατική | σαγματοποιό | σαγματοποιούς |
| Κλητική | σαγματοποιέ | σαγματοποιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →