σαρμάκο
•
- παρωχημένοτο να παραμένει κάποιος σιωπηλός και αμίλητος Βικιλεξικό
- εφαπτόμενη με το πάτωμα, ένα καχεκτικό κορμί να ισορροπήσει τα δυο του πόδια προσπαθούσε, δύσκολη άσκηση το σαρμάκο, σκέφτηκα, ωστόσο θυμάμαι είχα μείνει σύξυλη στο κατώφλι (Μαρία Πολυδούρη, Πέρα απʼ τον έρωτα και τον θάνατο: Εσωτερικός μονόλογος)
Ετυμολογία
σαρμάκο < *σαμάρκο (με αντιμετάθεση) < βενετική san Marco < λατινική Marcus < Mars
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαρμάκο | σαρμάκα |
| Γενική | σαρμάκου | σαρμάκων |
| Αιτιατική | σαρμάκο | σαρμάκα |
| Κλητική | σαρμάκο | σαρμάκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →