σηκώνω άγκυρα
•
- ναυτικός όροςαποπλέω, φεύγω από λιμάνι Βικιλεξικό
- Πρέπει να σηκώσουμε άγκυρα πριν πιάσει ο καιρός, αλλιώς θα εγκλωβιστούμε στο λιμάνι.
- μεταφορικάφεύγω από κάπου Βικιλεξικό
- Μετά από δέκα χρόνια στην ίδια δουλειά, ένιωσε πως ήρθε η ώρα να σηκώσει άγκυρα και να αναζητήσει νέες προκλήσεις στο εξωτερικό.
Ετυμολογία
σηκώνω άγκυρα, < → δείτε τις λέξεις σηκώνω και άγκυρα.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →