σημαιοφόρος
•
- κυριολεκτικάαυτός που κρατάει τη σημαία Βικιλεξικό
- Πλησίαζε η 28η Οκτωβρίου, και στο σχολείο είχαν αρχίσει οι πρόβες για τη γιορτή — ποιήματα, θεατρικά σκετς, τραγούδια — και, φυσικά, για παρέλαση. Εγώ, επειδή στην πέμπτη τάξη είχα 10 άριστα σε όλα τα μαθήματα, θα γινόμουν σημαιοφόρος. Το να είναι κάποιος σημαιοφόρος ήταν πολύ σπουδαίο για τους μεγάλους αλλά πολύ κουραστικό για τα παιδιά.
- στρατιωτικός βαθμόςβαθμός κατώτερου αξιωματικού του ναυτικού, αντίστοιχος του ανθυπολοχαγού του στρατού ξηράς Βικιλεξικό
- Το 1922, απόφοιτο, πλέον, τον τοποθέτησαν ως σημαιοφόρο στο καταδρομικό Έλλη, κι έτσι βρέθηκε να παρακολουθεί το δράμα της εκκένωσης του ελληνικού στρατού από το λιμάνι της Σμύρνης.
- μεταφορικάκήρυκας και υπέρμαχος ιδεολογίας πολιτικής, κοινωνικής κ.τ.λ. Βικιλεξικό
- Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι εξελέγη πανηγυρικά το 2019 λόγω της επαγγελίας του για συμφιλίωση και επανένωση των “δύο Ουκρανιών”. Υπό το κράτος, όμως, εσωτερικών και εξωτερικών πιέσεων, έκανε στροφή και μετατράπηκε σε σημαιοφόρο της κυρίαρχης “αντιρωσικής Ουκρανίας”.
Ετυμολογία
σημαιοφόρος < ελληνιστική κοινή σημαιοφόρος. Συγχρονικά αναλύεται σε σημαί(α) + -ο- + -φόρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σημαιοφόρος | σημαιοφόροι |
| Γενική | σημαιοφόρου | σημαιοφόρων |
| Αιτιατική | σημαιοφόρο | σημαιοφόρους |
| Κλητική | σημαιοφόρε | σημαιοφόροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →