σημαία
•
- κομμάτι ορθογώνιου υφάσματος, που με τα χρώματα και τα σχέδιά του αποτελεί σύμβολο κράτους, κόμματος, ομάδας κ.λπ. Βικιλεξικό
- η γαλανόλευκη σημαία: η σημαία της Ελλάδας
- η αμερικανική σημαία: η σημαία των ΗΠΑ, η αστερόεσσα
- μεσίστια σημαία: σύμβολο πένθους
- 1943 - ⌘ Ο Άγγελος Σικελιανός απαγγέλλει το ποίημα του «Ηχήστε οι σάλπιγγες» στην κηδεία του Παλαμά
- μεταφορικάτο σύμβολο (πρόσωπο ή μη) μιας προσπάθειας, μιας ομάδας, ενός χώρου Βικιλεξικό
- Θα κάνομε την ισότητα και την δικαιοσύνη σημαία στον αγώνα μας!
- Το όνομά του είναι σημαία για τους απανταχού ομοϊδεάτες του.
- στα ταξί, μεταλλικό φωτεινό εξάρτημα που δείχνει στους πεζούς εάν το ταξί είναι ελεύθερο ή όχι Βικιλεξικό
- πάγια χρέωση (σε αντιδιαστολή με την ταρίφα, την χρονοχρέωση, το επιπλέον κόστος, τα έξτρα• πλέον όχι μόνο για το ταξί)
- επιστήμη υπολογιστώνπαράμετρος εντολής στη διεπαφή γραμμής εντολής που ενεργοποιεί μια διαφορετική συμπεριφορά της εντολής από την προκαθορισμένη (default) Βικιλεξικό
- Στο DOS των windows η γραμμή εντολής: dir /od, έχει την εντολή: dir, που εμφανίζει τα περιεχόμενα του καταλόγου και την σημαία: /od, που ορίζει αυτά να παρουσιαστούν σε διάταξη (ordering) κατά ημερομηνία (date)
Ετυμολογία
σημαία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σημαία (στρατιωτικό λάβαρο) < αρχαία ελληνική σῆμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σημαία | σημαίες |
| Γενική | σημαίας | σημαιών |
| Αιτιατική | σημαία | σημαίες |
| Κλητική | σημαία | σημαίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →