σηματοδότης
•
- ηλεκτρονική συσκευή η οποία ρυθμίζει την κυκλοφορία οχημάτων, πεζών, τρένων κ.λπ. με τη μετάδοση φωτεινών σημάτων Βικιλεξικό
- γενικότερααυτός που μεταδίδει σήματα Βικιλεξικό
- επάγγελμαεργαζόμενος στους σιδηροδρόμους με καθήκον τη ρύθμιση της κυκλοφορίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σηματοδότης < σηματο- (> σήμα) + -δοτης (< δίδω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σηματοδότης | σηματοδότες |
| Γενική | σηματοδότη | σηματοδοτών |
| Αιτιατική | σηματοδότη | σηματοδότες |
| Κλητική | σηματοδότη | σηματοδότες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →