σηματοδότηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σηματοδοτώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σηματοδοτώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σηματοδοτώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σηματοδότηση <σηματοδοτώ, σηματοδοτη- + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική signalisation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σηματοδότηση | σηματοδοτήσεις |
| Γενική | σηματοδότησης | σηματοδοτήσεων |
| Αιτιατική | σηματοδότηση | σηματοδοτήσεις |
| Κλητική | σηματοδότηση | σηματοδοτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →