σηματοδοτώ
•
- τοποθετώ σηματοδότες για την ρύθμιση της κυκλοφορίας των οχημάτων, πεζών, τρένων Βικιλεξικό
- μεταδίδω σήματα Βικιλεξικό
- μεταφορικάφανερώνω ότι κάτι θα συμβεί Βικιλεξικό
- Η πτώση του Χρηματιστηρίου Αξιών θα σηματοδοτήσει σημαντικές εξελίξεις στην οικονομία.
Ετυμολογία
σηματοδοτώ < απόδοση για τη γαλλική signaliser. Μορφολογικά αναλύεται σε σηματο- + -δοτώ (> σήμα + δίδω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →