σιγαστήρας
•
- μηχανολογίασυσκευή / εξάρτημα που χρησιμοποιείται για τη μείωση των θορύβων που παράγουν άλλες συσκευές, συνήθως όπλα ή μηχανές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιγαστήρας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα σιγαστήρ < αρχαία ελληνική σιγάζω, σιγασ- + -τήρ > -τήρας από την αιτιατική ενικού «τὸν σιγαστῆρα»· μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική silencieux (→ δείτε και σιλανσιέ) ή από την αγγλική silencer
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιγαστήρας | σιγαστήρες |
| Γενική | σιγαστήρα | σιγαστήρων |
| Αιτιατική | σιγαστήρα | σιγαστήρες |
| Κλητική | σιγαστήρα | σιγαστήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →