σκανδάλη
•
- οπλισμόςμικρός μοχλός σε ένα πυροβόλο ή άλλου είδους όπλο, ο οποίος, πιέζεται από τον δείκτη του χεριού για να προωθήσει τον επικρουστήρα που στη συνέχεια προκαλεί την εκπυρσοκρότηση ή απελευθερώνει το μηχανισμό που θέτει σε κίνηση το βλήμα (στην περίπτωση μη πυροβόλου όπλου) Βικιλεξικό
- Mία ή δύο σκανδάλες στα δίκαννα όπλα; Πρόκειται για ένα συχνό δίλημμα όταν πρόκειται κανείς να διαλέξει πλαγιόκαννο ή σουπερποζέ, καθώς η κάθε επιλογή έχει και τους υποστηριχτές της στις τάξεις των κυνηγών. Είναι γεγονός ότι ο δισκάνδαλος μηχανισμός έχει συνυφανθεί με το πλαγιόκαννο, ενώ ο μονοσκάνδαλος με το σουπερποζέ (Πόσες σκανδάλες σε ένα δίκαννο…, Κυνηγεσία, 20/01/2021 https://www.kynigesia.gr/opla-vlitiki/poses-skandales-se-ena-dikanno/)
- κάθε μικρός μοχλός τέτοιου είδους που πιέζεται από τον δείκτη του χεριού για να απασφαλιστεί ή προωθηθεί τμήμα μηχανισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκανδάλη < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική σκάνδαλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκανδάλη | σκανδάλες |
| Γενική | σκανδάλης | σκανδαλών |
| Αιτιατική | σκανδάλη | σκανδάλες |
| Κλητική | σκανδάλη | σκανδάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →