σκαπάνη
•
- εργαλείο για σκάψιμο Βικιλεξικό
- η αρχαιολογική σκαπάνη: το ανασκαφικό έργο ενός αρχαιολόγου
- Ἡ ἀρχαιολογική σκαπάνη ἀνακαλύπτει στὶς συροπαλαιστινιακὲς ἀκτὲς πολλή κεραμεική, ὅμοια μὲ τὴν κεραμεικὴ τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου (Κυπριακαί Σπουδαί, Δελτίον της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, Τόμοι 62-63, 2000, σελ. 122)
- σαν τον άπληστο χρυσοθήρα που η σκαπάνη του κτυπάει σε μια πλούσια φλέβα χρυσού (Κώστας Αθανασιάδης, Ξεπεταγμένοι, εκδ. Δίφρος, 1960, σελ. 121)
Ετυμολογία
σκαπάνη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκαπάνη < σκάπτω → δείτε τη λέξη σκάβω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκαπάνη | σκαπάνες |
| Γενική | σκαπάνης | σκαπανών |
| Αιτιατική | σκαπάνη | σκαπάνες |
| Κλητική | σκαπάνη | σκαπάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →