σκασμός
•
- πολύ μεγάλη ποσότητα (που θα σκάσεις από τη μεγάλη ποσότητα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκασμός < σκάω, σκασ- + -μός. Διαφορετικό το μεσαιωνικό σκασμός (θλίψη, στενοχώρια).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκασμός | σκασμοί |
| Γενική | σκασμού | σκασμών |
| Αιτιατική | σκασμό | σκασμούς |
| Κλητική | σκασμέ | σκασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →