σκεπάρνι
•
- εργαλείοείδος ξυλουργικού εργαλείου, για κόψιμο, πελέκημα κ.λπ. Βικιλεξικό
- μεταφορικάανόητος, κουτός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκεπάρνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκεπάρνιν / σκεπάριν < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σκεπάρνιον < αρχαία ελληνική σκέπαρνον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκεπάρνι | σκεπάρνια |
| Γενική | σκεπαρνιού | σκεπαρνιών |
| Αιτιατική | σκεπάρνι | σκεπάρνια |
| Κλητική | σκεπάρνι | σκεπάρνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →