Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκεπαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου σκεπάζει Βικιλεξικό
  2. λόγιοπου σκεπάζει, που συμβάλλει στην προστασία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκεπαστικός < ελληνιστική κοινή σκεπαστικός < σκεπαστός < αρχαία ελληνική σκεπάζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκεπαστικόςσκεπαστικήσκεπαστικό
Γενικήσκεπαστικούσκεπαστικήςσκεπαστικού
Αιτιατικήσκεπαστικόσκεπαστικήσκεπαστικό
Κλητικήσκεπαστικέσκεπαστικήσκεπαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκεπαστικοίσκεπαστικέςσκεπαστικά
Γενικήσκεπαστικώνσκεπαστικώνσκεπαστικών
Αιτιατικήσκεπαστικούςσκεπαστικέςσκεπαστικά
Κλητικήσκεπαστικοίσκεπαστικέςσκεπαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →