σκευοφυλάκιο
•
- θρησκείαειδικό μέρος (συνήθως ένα ντουλάπι) σε ναό, όπου φυλάσσονται ιερά σκεύη, άμφια κ.λπ. Βικιλεξικό
- θρησκείαειδικός χώρος / οίκημα σε μοναστήρι (ή άλλο ιερό καθίδρυμα), όπου φυλάσσονται και εκτίθενται ιερά σκεύη, άμφια κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκευοφυλάκιο < μεσαιωνική ελληνική σκευοφυλάκιον / σκευοφυλακεῖον < ελληνιστική κοινή σκευοφυλάκιον < αρχαία ελληνική σκεῦος + φυλάττω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκευοφυλάκιο | σκευοφυλάκια |
| Γενική | σκευοφυλάκιου / σκευοφυλακίου | σκευοφυλακίων |
| Αιτιατική | σκευοφυλάκιο | σκευοφυλάκια |
| Κλητική | σκευοφυλάκιο | σκευοφυλάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →