σκευοφύλακας
•
- θρησκείαμοναχός, κληρικός ή λαϊκός υπεύθυνος για την φύλαξη εκκλησιαστικών σκευών, ιδίως αυτών που έχουν μουσειακή ή άλλη αξία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκευοφύλακας < ελληνιστική κοινή σκευοφύλαξ < αρχαία ελληνική σκεῦος + φύλαξ (< φυλάσσω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκευοφύλακας | σκευοφύλακες |
| Γενική | σκευοφύλακα | σκευοφυλάκων |
| Αιτιατική | σκευοφύλακα | σκευοφύλακες |
| Κλητική | σκευοφύλακα | σκευοφύλακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →