σκηνοθετώ
•
- σχεδιάζω, διευθύνω και υλοποιώ την παράσταση ενός θεατρικού έργου ή το γύρισμα μιας κινηματογραφικής ταινίας, διδάσκω στους ηθοποιούς το ρόλο τους και γενικά έχω την ευθύνη για το επιδιωκόμενο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάδημιουργώ και παρουσιάζω στους άλλους μια ψευδή εικόνα θέλοντας να τους εξαπατήσω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπιμελούμαι κάθε λεπτομέρεια για το πώς πρέπει να γίνει κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκηνοθετώ < σκηνοθέτης
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →