Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκληραγωγημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει σκληραγωγηθεί Βικιλεξικό
    • Γύρισε τα ζωοπάζαρα της περιοχής, ερεύνησε την αγορά, συμβουλεύτηκε παλιούς τζαμπάζηδες και καταστάλαξε σε είκοσι καμήλες, θηλυκές κι αρσενικές και δυο κοντά άλογα, ντόπια και σκληραγωγημένα. Εκεί στο χαϊβάν-παζάρ της Προύσας γνώρισε κάποιον αγά, ένα καλοσυνάτο γέρο έμπορο, που' χε αποκάμει στο πηγαινέλα στην αραπιά, με καραβάνια σαν κι αυτό που σχεδίαζε ο Ζαφείρης (Ζαφείριος Μέκος, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή, εκδ. Ηρόδοτος, 2002, σελ. 27

Ετυμολογία

σκληραγωγημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σκληραγωγώ

Άλλοι τύποι

σκληραγωγημένασκληραγωγημένεσκληραγωγημένεςσκληραγωγημένησκληραγωγημένηςσκληραγωγημένοσκληραγωγημένοισκληραγωγημένοςσκληραγωγημένουσκληραγωγημένουςσκληραγωγημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →