σκληραγωγώ
•
- κάνω κάποιον πιο «σκληρό», ικανό ν’ αντέχει στις κακουχίες, ανθεκτικό στους πόνους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκληραγωγώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκληραγωγῶ, συνηρημένος τύπος του σκληραγωγέω < αρχαία ελληνική σκληρός + ἄγω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκληραγωγώ | σκληραγωγείς | σκληραγωγεί | σκληραγωγούμε | σκληραγωγείτε | σκληραγωγούν / σκληραγωγούνε |
| Παρατατικός | σκληραγωγούσα | σκληραγωγούσες | σκληραγωγούσε | σκληραγωγούσαμε | σκληραγωγούσατε | σκληραγωγούσαν / σκληραγωγούσανε |
| Αόριστος | σκληραγώγησα | σκληραγώγησες | σκληραγώγησε | σκληραγωγήσαμε | σκληραγωγήσατε | σκληραγωγήσαν / σκληραγωγήσανε / σκληραγώγησαν |
| Μέλλοντας | θα σκληραγωγήσω / θα σκληραγωγώ | θα σκληραγωγήσεις / θα σκληραγωγείς | θα σκληραγωγήσει / θα σκληραγωγεί | θα σκληραγωγήσουμε / θα σκληραγωγούμε | θα σκληραγωγήσετε / θα σκληραγωγείτε | θα σκληραγωγήσουν / θα σκληραγωγήσουνε / θα σκληραγωγούν / θα σκληραγωγούνε |
| Παρακείμενος | έχω σκληραγωγήσει | έχεις σκληραγωγήσει | έχει σκληραγωγήσει | έχουμε σκληραγωγήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκληραγωγήσει | είχες σκληραγωγήσει | είχε σκληραγωγήσει | είχαμε σκληραγωγήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκληραγωγήσει / να σκληραγωγήσω / να σκληραγωγώ | να έχεις σκληραγωγήσει / να σκληραγωγήσεις / να σκληραγωγείς | να έχει σκληραγωγήσει / να σκληραγωγήσει / να σκληραγωγεί | να έχουμε σκληραγωγήσει / να σκληραγωγήσουμε / να σκληραγωγούμε | να σκληραγωγήσετε / να σκληραγωγείτε | να σκληραγωγήσουν / να σκληραγωγήσουνε / να σκληραγωγούν / να σκληραγωγούνε |
| Προστακτική | — | σκληραγώγησε | — | — | σκληραγωγήστε / σκληραγωγείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σκληραγωγήθηκασκληραγωγούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →