Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκληραγωγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την σκληραγωγία, αναφέρεται σ’ αυτή ή συντελεί σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκληραγωγικός < + -ικός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκληραγωγικόςσκληραγωγικήσκληραγωγικό
Γενικήσκληραγωγικούσκληραγωγικήςσκληραγωγικού
Αιτιατικήσκληραγωγικόσκληραγωγικήσκληραγωγικό
Κλητικήσκληραγωγικέσκληραγωγικήσκληραγωγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκληραγωγικοίσκληραγωγικέςσκληραγωγικά
Γενικήσκληραγωγικώνσκληραγωγικώνσκληραγωγικών
Αιτιατικήσκληραγωγικούςσκληραγωγικέςσκληραγωγικά
Κλητικήσκληραγωγικοίσκληραγωγικέςσκληραγωγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →