σκληραγωγικός
•
- που έχει σχέση με την σκληραγωγία, αναφέρεται σ’ αυτή ή συντελεί σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκληραγωγικός < + -ικός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκληραγωγικός | σκληραγωγική | σκληραγωγικό |
| Γενική | σκληραγωγικού | σκληραγωγικής | σκληραγωγικού |
| Αιτιατική | σκληραγωγικό | σκληραγωγική | σκληραγωγικό |
| Κλητική | σκληραγωγικέ | σκληραγωγική | σκληραγωγικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκληραγωγικοί | σκληραγωγικές | σκληραγωγικά |
| Γενική | σκληραγωγικών | σκληραγωγικών | σκληραγωγικών |
| Αιτιατική | σκληραγωγικούς | σκληραγωγικές | σκληραγωγικά |
| Κλητική | σκληραγωγικοί | σκληραγωγικές | σκληραγωγικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →