σκοπευτήριο
•
- ένας χώρος, κλειστός ή ανοιχτός και με κατάλληλη διαμόρφωση, στον οποίο εξασκούνται στη σκοποβολή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκοπευτήριο < μεσαιωνική ελληνική σκοπευτήριον < σκοπευτής < αρχαία ελληνική σκοπεύω < σκοπός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκοπευτήριο | σκοπευτήρια |
| Γενική | σκοπευτήριου / σκοπευτηρίου | σκοπευτηρίων |
| Αιτιατική | σκοπευτήριο | σκοπευτήρια |
| Κλητική | σκοπευτήριο | σκοπευτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →