σκοπεύω
•
- κοιτάζω προσεκτικά και σημαδεύω με κάποιο όπλο έναν στόχο μπροστά μου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηστοχεύω Βικιλεξικό
- έχω ως σκοπό, ως πρόθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκοπεύω < αρχαία ελληνική σκοπεύω < σκοπέω (3. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική viser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκοπεύω | σκοπεύεις | σκοπεύει | σκοπεύουμε | σκοπεύετε | σκοπεύουν / σκοπεύουνε |
| Παρατατικός | σκόπευα | σκόπευες | σκόπευε | σκοπεύαμε | σκοπεύατε | σκοπεύαν / σκοπεύανε / σκόπευαν |
| Αόριστος | σκόπευσα | σκόπευσες | σκόπευσε | σκοπεύσαμε | σκοπεύσατε | σκοπεύσαν / σκοπεύσανε / σκόπευσαν |
| Μέλλοντας | θα σκοπεύσω / θα σκοπεύω | θα σκοπεύεις / θα σκοπεύσεις | θα σκοπεύει / θα σκοπεύσει | θα σκοπεύουμε / θα σκοπεύσουμε | θα σκοπεύετε / θα σκοπεύσετε | θα σκοπεύουν / θα σκοπεύουνε / θα σκοπεύσουν / θα σκοπεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκοπεύσει | έχεις σκοπεύσει | έχει σκοπεύσει | έχουμε σκοπεύσει | έχετε σκοπεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκοπεύσει | είχες σκοπεύσει | είχε σκοπεύσει | είχαμε σκοπεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκοπεύσει / να σκοπεύσω / να σκοπεύω | να έχεις σκοπεύσει / να σκοπεύεις / να σκοπεύσεις | να έχει σκοπεύσει / να σκοπεύει / να σκοπεύσει | να έχουμε σκοπεύσει / να σκοπεύουμε / να σκοπεύσουμε | να έχετε σκοπεύσει / να σκοπεύετε / να σκοπεύσετε | να σκοπεύουν / να σκοπεύουνε / να σκοπεύσουν / να σκοπεύσουνε |
| Προστακτική | — | σκόπευε / σκόπευσε | — | — | σκοπεύετε / σκοπεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →