σκουντάω
•
- πιέζω ελαφρά κάποιον με το χέρι (ή το πόδι) Βικιλεξικό
- Μ' έπιασε από τον ώμο και με σκούντησε δυνατά· ξύπνησα τρομαγμένος. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
- μεταφορικάπιέζω, παροτρύνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκουντάω < σκουντ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουντῶ με ανάπτυξη προτακτικού [s] > σκουντῶ < *κοντῶ (τρυπάω με κοντάρι) (όπως (ελληνιστική κοινή) κόντωσις, κοντωτός)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκουντώ | — | — | — | — | — |
| Παρατατικός | σκούνταγα | σκούνταγες | σκούνταγε | σκουντάγαμε | σκουντάγατε | σκουντάγανε / σκούνταγαν |
| Αόριστος | σκούντηξα / σκούντησα | σκούντηξες | σκούντηξε | σκουντήξαμε | σκουντήξατε | σκουντήξαν / σκουντήξανε / σκούντηξαν |
| Μέλλοντας | θα σκουντήξω / θα σκουντώ | θα σκουντήξεις | θα σκουντήξει | θα σκουντήξουμε | θα σκουντήξετε | θα σκουντήξουν / θα σκουντήξουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκουντήξει | έχεις σκουντήξει | έχει σκουντήξει | έχουμε σκουντήξει | έχετε σκουντήξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκουντήξει | είχες σκουντήξει | είχε σκουντήξει | είχαμε σκουντήξει | είχατε σκουντήξει | — |
| Υποτακτική | να έχω σκουντήξει / να σκουντήξω / να σκουντώ | να έχεις σκουντήξει / να σκουντήξεις | να έχει σκουντήξει / να σκουντήξει | να έχουμε σκουντήξει / να σκουντήξουμε | να έχετε σκουντήξει / να σκουντήξετε | να σκουντήξουν / να σκουντήξουνε |
| Προστακτική | — | έχε σκουντηγμένο / σκούνταγε / σκούντηξε, σκούντηχ' | — | — | έχετε σκουντηγμένο / σκουντήξτε, σκουντήχτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σκουντήθηκασκουντιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →