Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκουπίδι

/skuˈpi.ði/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. άχρηστο αντικείμενο που πρέπει να πεταχτεί, να αποβληθεί Βικιλεξικό
    • Η επιπολαιότητα, η αναξιοκρατία, η ισοπέδωση, ο ωχαδερφισμός, ο συντεχνιασμός, ο χαβαλές και η σχεδόν διεστραμμένη υποκουλτούρα , ποιον ακριβώς ωφελεί ; Για σκεφτείτε το λίγο αυτό ! Τώρα εδώ ρίχνεις τα σκουπίδια και εκεί τα βρίσκεις μπρος σου (Αντώνης Αναστασιάδης, 55 Χρόνια Σκέψεις και Διαλογισμοί, Πρακτική Βιωματική Φιλοσοφία, εκδ. Ακακία, 2016)
  2. μεταφορικάαντικείμενο χαμηλής ποιότητας Βικιλεξικό
  3. μειωτικόανόητος ή κακοήθης άνθρωπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκουπίδι < σκουπ(ίζω) + -ίδι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκουπίδισκουπίδια
Γενικήσκουπιδιούσκουπιδιών
Αιτιατικήσκουπίδισκουπίδια
Κλητικήσκουπίδισκουπίδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →