σκουπίδι
•
- άχρηστο αντικείμενο που πρέπει να πεταχτεί, να αποβληθεί Βικιλεξικό
- Η επιπολαιότητα, η αναξιοκρατία, η ισοπέδωση, ο ωχαδερφισμός, ο συντεχνιασμός, ο χαβαλές και η σχεδόν διεστραμμένη υποκουλτούρα , ποιον ακριβώς ωφελεί ; Για σκεφτείτε το λίγο αυτό ! Τώρα εδώ ρίχνεις τα σκουπίδια και εκεί τα βρίσκεις μπρος σου (Αντώνης Αναστασιάδης, 55 Χρόνια Σκέψεις και Διαλογισμοί, Πρακτική Βιωματική Φιλοσοφία, εκδ. Ακακία, 2016)
- μεταφορικάαντικείμενο χαμηλής ποιότητας Βικιλεξικό
- μειωτικόανόητος ή κακοήθης άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκουπίδι < σκουπ(ίζω) + -ίδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκουπίδι | σκουπίδια |
| Γενική | σκουπιδιού | σκουπιδιών |
| Αιτιατική | σκουπίδι | σκουπίδια |
| Κλητική | σκουπίδι | σκουπίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →