Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκούφος

/ˈsku.fos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ενδυμασίαεφαρμοστή κουκούλα στο κεφάλι που προστατεύει (από κρύο κ.λπ.) ή φοριέται για αισθητικούς λόγους Βικιλεξικό
    • «...Αλλά τα άλλα; Και πού είναι τα κομψά γυναικεία καπέλα;» μου είπε η μαμά. «Για τις γυναίκες έχουμε μόνο πλεκτούς σκούφους και αυτά εδώ από καστόρι» μας εξήγησε ο ευγενικός υπάλληλος του μαγαζιού (Ελένη Τορόση, Όταν σου έδειξα τον ήχο του κόσμου, εκδ. Πατάκη, 2017)
    • Ο ιπποδαμαστής θεός απεικονίζεται ως νέος άνδρας σε ιδεαλιστική γυμνότητα, όρθιος, κατά μέτωπον ως προς το σώμα και σε άποψη 3/4 ως προς την κεφαλή, στραμμένος προς τα δεξιά. Φορά πίλο, τον χαρακτηριστικό κωνικό σκούφο των Διοσκούρων (Λιάνα Παρλαμά, Η Πόλη κάτω από την πόλη: ευρήματα από τις ανασκαφές του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου των Αθηνών, Yπουργείο Πολιτισμού, Ίδρυμα Ν. Π. Γουλανδρή - Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, 2000, σελ. 71)

Ετυμολογία

σκούφος < σκουφ(ί) + -ος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκούφοςσκούφοι
Γενικήσκούφουσκούφων
Αιτιατικήσκούφοσκούφους
Κλητικήσκούφεσκούφοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →