Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκυθρωπός

/sci.θɾoˈpos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει καλή ψυχική διάθεση κι αυτό φαίνεται στο πρόσωπό του Βικιλεξικό
    • Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες στην αγορά, θαρρείς και κάτι ετοιμαζόταν. Κανείς δε μιλούσε. Όλοι περιδιάβαιναν σκυθρωποί (Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης, 2025)

Ετυμολογία

σκυθρωπός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκυθρωπός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκυθρωπόςσκυθρωπήσκυθρωπό
Γενικήσκυθρωπούσκυθρωπήςσκυθρωπού
Αιτιατικήσκυθρωπόσκυθρωπήσκυθρωπό
Κλητικήσκυθρωπέσκυθρωπήσκυθρωπό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκυθρωποίσκυθρωπέςσκυθρωπά
Γενικήσκυθρωπώνσκυθρωπώνσκυθρωπών
Αιτιατικήσκυθρωπούςσκυθρωπέςσκυθρωπά
Κλητικήσκυθρωποίσκυθρωπέςσκυθρωπά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →