σκυλιάζω
•
- αμετάβατοοργίζομαι υπερβολικά και επίμονα, σχεδόν όπως ο εξαγριωμένος σκύλος Βικιλεξικό
- σκυλιάζω απ‘ το κακό μου
- σκυλιάζω απ’ τη ζήλια
- μεταβατικόκάνω κάποιον να οργιστεί όπως στο 1 Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκυλιάζω < μεσαιωνική ελληνική σκυλιάζω < σκύλος < αρχαία ελληνική σκύλαξ (κουτάβι)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκυλιάζω | σκυλιάζεις | σκυλιάζει | σκυλιάζουμε | σκυλιάζετε | σκυλιάζουν / σκυλιάζουνε |
| Παρατατικός | σκύλιαζα | σκύλιαζες | σκύλιαζε | σκυλιάζαμε | σκυλιάζατε | σκυλιάζαν / σκυλιάζανε / σκύλιαζαν |
| Αόριστος | σκύλιασα | σκύλιασες | σκύλιασε | σκυλιάσαμε | σκυλιάσατε | σκυλιάσαν / σκυλιάσανε / σκύλιασαν |
| Μέλλοντας | θα σκυλιάζω / θα σκυλιάσω | θα σκυλιάζεις / θα σκυλιάσεις | θα σκυλιάζει / θα σκυλιάσει | θα σκυλιάζουμε / θα σκυλιάσουμε | θα σκυλιάζετε / θα σκυλιάσετε | θα σκυλιάζουν / θα σκυλιάζουνε / θα σκυλιάσουν / θα σκυλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκυλιάσει | έχεις σκυλιάσει | έχει σκυλιάσει | έχουμε σκυλιάσει | έχετε σκυλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκυλιάσει | είχες σκυλιάσει | είχε σκυλιάσει | είχαμε σκυλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκυλιάσει / να σκυλιάζω / να σκυλιάσω | να έχεις σκυλιάσει / να σκυλιάζεις / να σκυλιάσεις | να έχει σκυλιάσει / να σκυλιάζει / να σκυλιάσει | να έχουμε σκυλιάσει / να σκυλιάζουμε / να σκυλιάσουμε | να έχετε σκυλιάσει / να σκυλιάζετε / να σκυλιάσετε | να σκυλιάζουν / να σκυλιάζουνε / να σκυλιάσουν / να σκυλιάσουνε |
| Προστακτική | — | σκύλιαζε / σκύλιασε | — | — | σκυλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σκυλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →