σκυλόσπιτο
•
- κατασκευή μικρού μεγέθους η οποία μοιάζει με σπίτι η όποια χρησιμοποιείται για τη στέγαση ενός σκύλου Βικιλεξικό
- Η χρήση λουριού, περιοριστικού φράχτη, σκυλόσπιτου, φίμωτρου, πορτούλας μωρού κτλ. μπορεί να προστατεύσει το ζώο από την έκθεσή του σε ερεθίσματα αποτρέποντας γεγονότα.
Ετυμολογία
σκυλόσπιτο < σκυλό- + -σπιτο• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκυλόσπιτο | σκυλόσπιτα |
| Γενική | σκυλόσπιτου | σκυλόσπιτων |
| Αιτιατική | σκυλόσπιτο | σκυλόσπιτα |
| Κλητική | σκυλόσπιτο | σκυλόσπιτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →