Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκυρόδεμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οικοδομικό υλικό που προκύπτει από την ανάμιξη χαλικιών διαφόρων μεγεθών, άμμου και τσιμέντου με νερό Βικιλεξικό
    • Το διάζωμα εξασφαλίστηκε από ολίσθηση με έξι αγκύρια διαμέτρου 20 χιλ . από ανοξείδωτο χάλυβα, τα οποία πακτώθηκαν στο έδαφος και εγκιβωτίστηκαν στο σκυρόδεμα. (Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη τόμος 13, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 559)

Ετυμολογία

σκυρόδεμα < σκύρ(ο) + -ό- + δέμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκυρόδεμασκυροδέματα
Γενικήσκυροδέματοςσκυροδεμάτων
Αιτιατικήσκυρόδεμασκυροδέματα
Κλητικήσκυρόδεμασκυροδέματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →