σμιχτός
•
- για τα φρύδιαπου ενώνονται, σμίγουν Βικιλεξικό
- ⌘ Γιάννης Γρυπάρης 1870-1942, «Ο πραματευτής», Από το ερωτικό βιβλίο του Τρύφωνος και της Χρυσόθφρυδης, ποιητική συλλογή Σκαραβαῖοι καὶ τερρακόττες, Εκδ. Ι.Ν. Σιδέρης, έκδοση 2η, χ.χ. pdf @olympias Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
- σπανιότεραανάμεικτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σμιχτός < (σμίγω), θέμα σμικ- + -τός με ανομοίωση άρθρωσης [kt] > [xt]
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σμιχτός | σμιχτή | σμιχτό |
| Γενική | σμιχτού | σμιχτής | σμιχτού |
| Αιτιατική | σμιχτό | σμιχτή | σμιχτό |
| Κλητική | σμιχτέ | σμιχτή | σμιχτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σμιχτοί | σμιχτές | σμιχτά |
| Γενική | σμιχτών | σμιχτών | σμιχτών |
| Αιτιατική | σμιχτούς | σμιχτές | σμιχτά |
| Κλητική | σμιχτοί | σμιχτές | σμιχτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →