Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σμιλευτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σμιλευτεί, που τον έχουν σμιλεύσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σμιλευτός < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσμιλευτόςσμιλευτήσμιλευτό
Γενικήσμιλευτούσμιλευτήςσμιλευτού
Αιτιατικήσμιλευτόσμιλευτήσμιλευτό
Κλητικήσμιλευτέσμιλευτήσμιλευτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσμιλευτοίσμιλευτέςσμιλευτά
Γενικήσμιλευτώνσμιλευτώνσμιλευτών
Αιτιατικήσμιλευτούςσμιλευτέςσμιλευτά
Κλητικήσμιλευτοίσμιλευτέςσμιλευτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →