σμιχτοφρύδα
•
- θηλυκό του σμιχτοφρύδης Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: σμιχτοφρυδούσα
Ετυμολογία
σμιχτοφρύδα < σμιχτοφρύδ(ης) + -α, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου σμιχτοφρύδης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σμιχτοφρύδα | σμιχτοφρύδες |
| Γενική | σμιχτοφρύδας | — |
| Αιτιατική | σμιχτοφρύδα | σμιχτοφρύδες |
| Κλητική | σμιχτοφρύδα | σμιχτοφρύδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →