Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σοδιάζω

/soˈðʝa.zo/ρήμα
•
  1. μαζεύω τη σοδειά και την αποθηκεύω Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασημαζεύω και κατέχω διάφορα πλούτη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σοδιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σοδιάζω < ἐσοδιάζω < ελληνιστική κοινή εἰσοδιάζω < εἰσόδιος < αρχαία ελληνική εἴσοδος < εἰς + ὁδός. Δείτε σοδειά.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσοδιάζωσοδιάζειςσοδιάζεισοδιάζουμεσοδιάζετεσοδιάζουν / σοδιάζουνε
Παρατατικόςσόδιαζασόδιαζεςσόδιαζεσοδιάζαμεσοδιάζατεσοδιάζαν / σοδιάζανε / σόδιαζαν
Αόριστοςσόδιασασόδιασεςσόδιασεσοδιάσαμεσοδιάσατεσοδιάσαν / σοδιάσανε / σόδιασαν
Μέλλονταςθα σοδιάζω / θα σοδιάσωθα σοδιάζεις / θα σοδιάσειςθα σοδιάζει / θα σοδιάσειθα σοδιάζουμε / θα σοδιάσουμεθα σοδιάζετε / θα σοδιάσετεθα σοδιάζουν / θα σοδιάζουνε / θα σοδιάσουν / θα σοδιάσουνε
Παρακείμενοςέχω σοδιάσειέχεις σοδιάσειέχει σοδιάσειέχουμε σοδιάσει——
Υπερσυντέλικοςείχα σοδιάσειείχες σοδιάσειείχε σοδιάσει———
Υποτακτικήνα έχω σοδιάσει / να σοδιάζω / να σοδιάσωνα έχεις σοδιάσει / να σοδιάζεις / να σοδιάσειςνα έχει σοδιάσει / να σοδιάζει / να σοδιάσεινα έχουμε σοδιάσει / να σοδιάζουμε / να σοδιάσουμενα σοδιάζετε / να σοδιάσετενα σοδιάζουν / να σοδιάζουνε / να σοδιάσουν / να σοδιάσουνε
Προστακτική—σόδιαζε / σόδιασε——σοδιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

σοδιάστηκασοδιάζομαισοδιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →