σοδιάζω
•
- μαζεύω τη σοδειά και την αποθηκεύω Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασημαζεύω και κατέχω διάφορα πλούτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σοδιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σοδιάζω < ἐσοδιάζω < ελληνιστική κοινή εἰσοδιάζω < εἰσόδιος < αρχαία ελληνική εἴσοδος < εἰς + ὁδός. Δείτε σοδειά.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σοδιάζω | σοδιάζεις | σοδιάζει | σοδιάζουμε | σοδιάζετε | σοδιάζουν / σοδιάζουνε |
| Παρατατικός | σόδιαζα | σόδιαζες | σόδιαζε | σοδιάζαμε | σοδιάζατε | σοδιάζαν / σοδιάζανε / σόδιαζαν |
| Αόριστος | σόδιασα | σόδιασες | σόδιασε | σοδιάσαμε | σοδιάσατε | σοδιάσαν / σοδιάσανε / σόδιασαν |
| Μέλλοντας | θα σοδιάζω / θα σοδιάσω | θα σοδιάζεις / θα σοδιάσεις | θα σοδιάζει / θα σοδιάσει | θα σοδιάζουμε / θα σοδιάσουμε | θα σοδιάζετε / θα σοδιάσετε | θα σοδιάζουν / θα σοδιάζουνε / θα σοδιάσουν / θα σοδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σοδιάσει | έχεις σοδιάσει | έχει σοδιάσει | έχουμε σοδιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σοδιάσει | είχες σοδιάσει | είχε σοδιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σοδιάσει / να σοδιάζω / να σοδιάσω | να έχεις σοδιάσει / να σοδιάζεις / να σοδιάσεις | να έχει σοδιάσει / να σοδιάζει / να σοδιάσει | να έχουμε σοδιάσει / να σοδιάζουμε / να σοδιάσουμε | να σοδιάζετε / να σοδιάσετε | να σοδιάζουν / να σοδιάζουνε / να σοδιάσουν / να σοδιάσουνε |
| Προστακτική | — | σόδιαζε / σόδιασε | — | — | σοδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σοδιάστηκασοδιάζομαισοδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →