Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουέλ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ναυτικός όροςθαλάσσιος κυματισμός μεγάλου μήκους και σχετικά ομαλής μορφής, που δημιουργείται συνήθως μακριά από την ακτή —συχνά από ισχυρούς ανέμους ή καταιγίδες— και μπορεί να προκαλέσει έντονη αποθαλασσία ακόμη και χωρίς τοπική κακοκαιρία Βικιλεξικό
    • Η λέξη σουέλ (…) είναι ναυτικός όρος και σημαίνει τον μακρύ, ήπιο κυματισμό της θάλασσας που δεν οφείλεται σε τοπικό άνεμο, αλλά σε καταιγίδες ή δυνατούς ανέμους που έρχονται από άλλη περιοχή. Σε αντίθεση με το «φουρτουνιασμένο» κύμα, το σουέλ είναι πιο ομαλό, ρυθμικό και υπόγειο, μια αργή άνοδος και κάθοδος της θάλασσας που μπορεί να διανύει τεράστιες αποστάσεις χωρίς να «σπάει». (www.lifo.gr, 07.05.2026)

Ετυμολογία

σουέλ < αγγλική swell < πρωτογερμανική *swellaną

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →