Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουβλατζίδικο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κατάστημα που πουλάει σουβλάκια Βικιλεξικό
    • πριν από τρεις μέρες ο Γιάννης ξεκίνησε επιτέλους δουλειά σαν ντελιβεράς σ' ένα σουβλατζίδικο στην Αργυρούπολη (Λιζέτα Βρανά, Απόλυτο Κακό (Βιβλίο Ενδέκατο): Κύκνειο Άσμα, 2020 https://books.google.gr/books?id=4xLxDwAAQBAJ&lpg=PT104&dq=%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%AC%CF%82&pg=PT104#v=onepage&q=%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%AC%CF%82&f=false)

Ετυμολογία

σουβλατζίδικο < σουβλατζ(ής) + -ίδικο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσουβλατζίδικοσουβλατζίδικα
Γενικήσουβλατζίδικουσουβλατζίδικων
Αιτιατικήσουβλατζίδικοσουβλατζίδικα
Κλητικήσουβλατζίδικοσουβλατζίδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →