σπίρτο
•
- μικρό επίμηκες κομμάτι ξύλο ή χαρτόνι που στη μιά του άκρη είναι καλυμμένο με εύφλεκτη ουσία και χρησιμοποιείται για το άναμμα φωτιάς Βικιλεξικό
- το οινόπνευμα Βικιλεξικό
- το υδροχλωρικό οξύ (HCl) Βικιλεξικό
- μεταφορικάπολύ έξυπνος άνθρωπος Βικιλεξικό
- αυτό το παιδί είναι σπίρτο!
Ετυμολογία
σπίρτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική spirito (οινόπνευμα, πνεύμα) < λατινική spiritus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπίρτο | σπίρτα |
| Γενική | σπίρτου | σπίρτων |
| Αιτιατική | σπίρτο | σπίρτα |
| Κλητική | σπίρτο | σπίρτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →