σπαρίλα
•
- λαϊκότροποτεμπελιά, νωθρότητα Βικιλεξικό
- τον έχει πιάσει σήμερα μια σπαρίλα... ούτε στη δουλειά δεν πήγε...
- Εντάξει , αλλά με ποιους ; Είναι εύκολο να ξεδιαλέξεις δέκα, δώδεκα παίκτες μέσα σ' αυτό το συνονθύλευμα της σπαρίλας και της χαβαλεδοσύνης; Τελικά βρέθηκαν μερικοί, ανάμεσά τους κι εγώ, που ξέραμε μέσες άκρες πώς να σταθούμε... (Αλμπέρτος Ναρ, Σε αναζήτηση ύφους, Εκδόσεις Νεφέλη, 1997, σελ. 31)
Ετυμολογία
σπαρίλα < σπάρος + -ίλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπαρίλα | σπαρίλες |
| Γενική | σπαρίλας | — |
| Αιτιατική | σπαρίλα | σπαρίλες |
| Κλητική | σπαρίλα | σπαρίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →