Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπερματούχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός στον οποίο υπάρχει σπέρμα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαυτός που έχει την ικανότητα να γονιμοποιεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπερματούχος < σπέρμα + -ούχος (< ἔχω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπερματούχοςσπερματούχοςσπερματούχο
Γενικήσπερματούχου—σπερματούχου
Αιτιατικήσπερματούχο—σπερματούχο
Κλητικήσπερματούχε—σπερματούχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπερματούχοι—σπερματούχα
Γενικήσπερματούχων—σπερματούχων
Αιτιατικήσπερματούχους—σπερματούχα
Κλητικήσπερματούχοι—σπερματούχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →