σπρώχνω
•
- ωθώ κάτι προσπαθώντας να το μετακινήσω Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαρακινώ κάποιον να κάνει κάτι Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροωθώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπρώχνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπρώχνω. Ενδιάμεση ετυμολόγηση αβέβαιη· κατά μία άποψη < *σπρώθνω, με μεταπλασμό < *εἰσπροώθνω, με αποβολή < *εἰσπροώθω, με αναβιβασμό και μεταπλασμό < *εἰσπροωθῶ. Κατ᾿ άλλη άποψη η σημερινή μορφή προέρχεται από το αρχαία ελληνική προωθῶ, με ανάπτυξη προθετικού σ- (παραβάλετε σκύπτω < κύπτω). Για την μεταπλασμένη κατάληξη παραβάλετε στριμώχνω, διώχνω κτλ.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σπρώχνω | σπρώχνεις | σπρώχνει | σπρώχνουμε | σπρώχνετε | σπρώχνουν / σπρώχνουνε |
| Παρατατικός | έσπρωχνα | έσπρωχνες | έσπρωχνε | σπρώχναμε | σπρώχνατε | έσπρωχναν / σπρώχναν / σπρώχνανε |
| Αόριστος | έσπρωξα | έσπρωξες | έσπρωξε | σπρώξαμε | σπρώξατε | έσπρωξαν / σπρώξαν / σπρώξανε |
| Μέλλοντας | θα σπρώξω / θα σπρώχνω | θα σπρώξεις / θα σπρώχνεις | θα σπρώξει / θα σπρώχνει | θα σπρώξουμε / θα σπρώχνουμε | θα σπρώξετε / θα σπρώχνετε | θα σπρώξουν / θα σπρώξουνε / θα σπρώχνουν / θα σπρώχνουνε |
| Παρακείμενος | έχω σπρώξει | έχεις σπρώξει | έχει σπρώξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σπρώξει | είχες σπρώξει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σπρώξει / να σπρώξω / να σπρώχνω | να έχεις σπρώξει / να σπρώξεις / να σπρώχνεις | να έχει σπρώξει / να σπρώξει / να σπρώχνει | να σπρώξουμε / να σπρώχνουμε | να σπρώξετε / να σπρώχνετε | να σπρώξουν / να σπρώξουνε / να σπρώχνουν / να σπρώχνουνε |
| Προστακτική | — | έχε σπρωγμένο / σπρώξε / σπρώχνε | — | — | σπρώξτε / σπρώχνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σπρώχνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →