σπόντα
•
- κυριολεκτικάτο μέσα τμήμα του πλαισίου ενός τραπεζιού μπιλιάρδου Βικιλεξικό
- μεταφορικάκουβέντα που λέγεται και υπονοεί κάτι Βικιλεξικό
- … το απόγευμα που τα λέμε με τον Εντουάρντο για ταξίδια και φευγατιά, ρίχνω μια σπόντα για την αφραγκία μου … (Κωνσταντίνος Τζούμας, Πανωλεθρίαμβος (Αθήνα: Καστανιώτη, 2010), σελ. 130)
- κυπριακάκαρφί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπόντα < (άμεσο δάνειο) ιταλική sponda < λατινική sponda (το πλαίσιο που στηρίζει το στρώμα ενός κρεβατιού) < πρωτοϊταλική *sponda (πλαίσιο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *spond-h₂-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπόντα | σπόντες |
| Γενική | σπόντας | — |
| Αιτιατική | σπόντα | σπόντες |
| Κλητική | σπόντα | σπόντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →