σταχυολόγηση
•
- το αποτέλεσμα ή ενέργεια του σταχυολογώ Βικιλεξικό
- Με μια διαλεκτική επιχειρημάτων που ξεκινούν από την αρχαία τραγωδία, περνούν από το κλασικό θέατρο, από τον Μπέκετ μετά, τον Πίντερ, τον Ιονέσκο, τον Πιραντέλο, τον Μπρεχτ, τον Ανούιγ, τον Μίλερ, τον Ζενέ, τον Ιψεν, τον Καζαντζάκη, τον Καμπανέλη, και άπειρους άλλους, και με παράλληλη σταχυολόγηση των απόψεων μεγάλων θεατρολόγων και θεατρικών συγγραφέων, δημιουργεί επαγωγικά μια απαστράπτουσα όσο και ελκυστική δυνατότητα συγγραφής θεατρικού έργου, για να την αμφισβητήσει ευθύς μετά, να τη θέσει έναντι της ύπαρξης ενός προσωπικού ταλέντου και μιας άκρως προσωπικής ποιητικής θεατρικότητας, μόνης ικανής να γεννήσει τον θεατρικό λόγο.
Ετυμολογία
σταχυολόγηση< (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα σταχυολόγησις < ελληνιστική κοινή σταχυολογέω < αρχαία ελληνική στάχυς + λέγω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική glanage) ::Μορφολογικά αναλύεται σε σταχυολογώ + -ση. ::(μαρτυρείται από το 1864)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταχυολόγηση | σταχυολογήσεις |
| Γενική | σταχυολόγησης | σταχυολογήσεων |
| Αιτιατική | σταχυολόγηση | σταχυολογήσεις |
| Κλητική | σταχυολόγηση | σταχυολογήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →