στέργω
•
- αποδέχομαι κάτι, δίνω τη συναίνεσή μου σε κάτι, ανέχομαι Βικιλεξικό
- Αλλά ο Ζεύς διόλου δεν στέργει αυτά. Το αγαπημένο του παιδί - που το άφισε και χάθηκεν· ο Νόμος ήταν έτσι - τουλάχιστον θα το τιμήσει πεθαμένο.
Ετυμολογία
στέργω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στέργω (δείχνω αγάπη)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στέργω | στέργεις | στέργει | στέργουμε | στέργετε | στέργουν / στέργουνε |
| Παρατατικός | έστεργα | έστεργες | έστεργε | στέργαμε | στέργατε | έστεργαν / στέργαν / στέργανε |
| Αόριστος | έστερξα | έστερξες | έστερξε | στέρξαμε | στέρξατε | έστερξαν / στέρξαν / στέρξανε |
| Μέλλοντας | θα στέργω / θα στέρξω | θα στέργεις / θα στέρξεις | θα στέργει / θα στέρξει | θα στέργουμε / θα στέρξουμε | θα στέργετε / θα στέρξετε | θα στέργουν / θα στέργουνε / θα στέρξουν / θα στέρξουνε |
| Παρακείμενος | έχω στέρξει | έχεις στέρξει | έχει στέρξει | έχουμε στέρξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στέρξει | είχες στέρξει | είχε στέρξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στέρξει / να στέργω / να στέρξω | να έχεις στέρξει / να στέργεις / να στέρξεις | να έχει στέρξει / να στέργει / να στέρξει | να έχουμε στέρξει / να στέργουμε / να στέρξουμε | να στέργετε / να στέρξετε | να στέργουν / να στέργουνε / να στέρξουν / να στέρξουνε |
| Προστακτική | — | στέργε / στέρξε | — | — | στέργετε / στέρξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →