Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλόστοργος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που του αρέσει να δείχνει στοργή, τρυφερότητα, που είναι στοργικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φιλόστοργος < αρχαία ελληνική φιλόστοργος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλόστοργοςφιλόστοργηφιλόστοργο
Γενικήφιλόστοργουφιλόστοργηςφιλόστοργου
Αιτιατικήφιλόστοργοφιλόστοργηφιλόστοργο
Κλητικήφιλόστοργεφιλόστοργηφιλόστοργο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλόστοργοιφιλόστοργεςφιλόστοργα
Γενικήφιλόστοργωνφιλόστοργωνφιλόστοργων
Αιτιατικήφιλόστοργουςφιλόστοργεςφιλόστοργα
Κλητικήφιλόστοργοιφιλόστοργεςφιλόστοργα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →